Οι υποστηρικτές της δυνατότητας συνταγογράφησης ψυχοτρόπων το θεωρούν ως επόμενο λογικό βήμα στην επέκταση του κλινικού πεδίου της πρακτικής των ψυχολόγων. Σημειώνουν ότι οι ψυχολόγοι στη δεκαετία του '70 πάλεψαν επιτυχώς για το δικαίωμα να τιμολογηθούν ανεξάρτητα οι υπηρεσίες που παρέχουν (δηλαδή να μην χρειάζεται βεβαίωση Ψυχιάτρου ή άλλου γιατρού ότι οι ενδιαφερόμενοι για ψυχολογική θεραπεία όντως χρήζουν της ανάγκης αυτής) και επέκτειναν περαιτέρω το πεδίο πρακτικής τους στην κλινική τους πράξη μέσα στα νοσοκομεία στη δεκαετία του '80 και τη δεκαετία του '90.
Συγχρόνως με τις κατακτήσεις της Α.Ρ.Α. (η ψυχολογική θεραπεία έγινε πιο απαραίτητη και πιο ανεξάρτητη), άλλα υγειονομικά επαγγέλματα έκαναν εξίσου σημαντικά βήματα
Μια κρίσιμη πολιτική (συνδικαλιστική) απόφαση ήταν να επιδιωχθεί η περιορισμένη αλλά ανεξάρτητη δυνατότητα συνταγογράφησης. Ως πρότυπο τέθηκε η επαγγελματικές ομάδες των οδοντιάτρων (dentists) και των νοσοκόμων (από το 1975 οι νοσοκόμες έλαβαν δικαιώματα στη βόρεια Καρολίνα και από το 1997, κατέχοντας βέβαια μια σειρά από βεβαιώσεις-πτυχία, σε όλες τις ΗΠΑ).
Η αυξανόμενη αυτονομία των επαγγελματιών υγειονομικής περίθαλψης, θεωρείται από πολλούς παρατηρητές ως δείκτης της ωρίμανσής τους. Οι ψυχολόγοι που επιδιώκουν τα δικαιώματα συνταγοογράφησης υποστηρίζουν ότι το δικαίωμα συνταγογράφησης είναι μια θεμελιώδης αρχή για τους ψυχολόγους που επιθυμούν να παραμείνουν ανταγωνιστικοί ως προμηθευτές υγειονομικής περίθαλψης του μέλλοντος.
Διάφορα επιχειρήματα έχουν παραταχθεί υπέρ αυτών των αξιώσεων. Οι υποστηρικτές επισημαίνουν ότι οι ψυχολόγοι έχουν την περισσότερη εκπαίδευση και κατάρτιση στην αξιολόγηση και την θεραπεία ψυχικών διαταραχών από οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Κατά συνέπεια, οι ψυχολόγοι, θεωρούν οι υποστηρικτές λογικά ως γνώστες της θεωρίας και εξοπλισμένοι με την εμπειρία τους αυτονόητα θα έπρεπε α μπορούν να συνταγογραφούν δεδομένου ότι είναι εξοπλισμένοι καλά για να συνδυάσουν αποτελεσματικά τις φαρμακολογικές και μη-φαρμακολογικές επεμβάσεις. Οι υποστηρικτές σημειώνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ψυχοτροπικών φαρμάκων στις ΗΠΑ συνταγογραφείται σήμερα από μη ψυχιάτρους αλλά από παθολόγους, οι οποίοι έχουν ελάχιστη κατάρτιση στην ανίχνευση και τη διαχείριση της ψυχικής ασθένειας. Η σημερινή κατάσταση λοιπόν διαιωνίζει ένα σύστημα στο οποίο τα ψυχοτροπικά φάρμακα προτιμούνται εις βάρος των συμπεριφοριστικών παρεμβάσεων που είναι συχνά αποτελεσματικότερες και έχουν λιγότερες παρενέργειες.
Οι υπερασπιστές επίσης σημειώνουν ότι η δυνατότητα συνταγογράφησης θα αύξανε την αποτλεσματικότητα των ψυχολόγων στην εργασία με σοβαρά ψυχικά αρρώστους. Σήμερα, οι ασθενείς των ψυχολόγων που χρειάζονται ψυχοφάρμακα πρέπει επίσης να δουν έναν παθολόγο απλώς με σκοπό τη λήψη του φαρμάκου. Αυτό οδηγεί σε περιττές δαπάνες για τον ασθενή, και αυξάνει την πιθανότητα miscommunication ή drop out.
Η αντίθεση στo δικαίωμα συνταγογράφησης έρχεται από μέσα από και έξω από την ψυχολογία. Μέσα στο επάγγελμα, υπάρχουν δυνατές φωνές που υποστηρίζουν ότι έτσι χάνεται η ταυτότητα των ψυχολόγων ως επιστήμονες μελέτης της συμπεριφοράς και αυτό θα είχε επιπτώσεις βαθιά στη σημασία που αποδίδεται στη βασική επιστήμη στη ανάλογη εκπαίδευση.
Επίσης πιστεύουν ότι η κλινική πρακτική της ψυχολογίας έχει ευημερήσει, εν μέρει επειδή έχει εστιάσει στις μη ιατρικές παρεμβάσεις. Η προσθήκη αυτού του συστατικού θα οδηγούσε στο χαθεί η μοναδική πείρα της Ψυχολογίας στην ψυχοθεραπεία και τη συμπεριφοριστική αξιολόγηση. Συνταγογραφώντας οι ψυχολόγοι διακινδυνεύουν να γίνουν διανομείς φαρμάκων, ή "κατώτεροι ψυχίατροι" οι οποίοι στερούνται μια ιατρική εκπαίδευση.
Η αντίθεση προέρχεται επίσης από το γεγονός ότι τα περισσότερα υπάρχοντα προγράμματα ψυχολογίας δεν έχουν την ικανότητα ή άλλους πόρους για να παρέχουν τον τύπο κατάρτισης που απαιτείται για να προετοιμάσει τους ψυχολόγους για να δουλέψουν με φάρμακα. Εξάλλου εκείνοι που θέλουν τα προνόμια συνταγογράφησης για τους ψυχολόγους θέλουν οι Ψυχολόγοι να έχουν μεταδιδακτορική κατάρτιση, κάτι που θα οδηγούσε σε μια διάσπαση του επαγγέλματος και τεράστιες επενδύσεις για την κατάρτιση μεταδιδακτορικών ψυχολόγων.
Οι αντίπαλοι προβλέπουν επίσης έναν βαθύ αρνητικό αντίκτυπο επάνω στη σχέση της ψυχολογίας με την οργανωμένη ψυχιατρική που μπορεί να καταστρέψει ότι χτίζεται κατά τη διάρκεια αρκετών δεκαετιών.
Από έξω από το επάγγελμα, η αντίθεση προέρχεται γενικά από το ιατρικό επάγγελμα, και συγκεκριμένα από την οργανωμένη ψυχιατρική. Οι ψυχίατροι που αντιτάσσονται θεωρούν ότι για να συνταγογραφίσει κανείς ψυχοφάρμακα δεν αρκεί μόνο μια ειδική εκπαίδευση αλλά και όλα αυτά που μαθαίνει κανείς μέσα από τις σπουδές της Ιατρικής και την μακρά εμπειρία της ειδικότητας. Προβλέπουν ότι οι ψυχολόγοι που στερούνται τέτοια εκπαίδευση θα είναι κίνδυνοι για την δημόσια υγεία (θυμάμαι μια διαφήμιση που είδα πριν από χρόνια σε κάποια τοπική εφημερίδα, νομίζω της Florida, όπου ο τοπικός ψυχιατρικός σύλλογος ενόψει της απόφασης της βουλής για το δικαίωμα συνταγογράφησης σε ψυχολόγους κυκλοφόρησε μια ανακοίνωση - poster στην οποία απεικονιζόταν ένα συμπαθητικό σκυλάκι και στην λεζάντα έγραφε «θα άφηνες τον οποιονδήποτε να θεραπεύσει το σκυλί σου ? Σίγουρα όχι. Πως θα δεχτείς τότε να σου γράψει φάρμακα ο ψυχολόγος?» πολύ κακία αλλά και πολλά τα λεφτά ).
Θα είχαμε να πούμε πολλά περισσότερα, θα συστήσω όμως την παρακάτω βιβλιογραφία για μια μελέτη του θέματος. Θα κλείσω υπενθυμίζοντας ότι από το 1997 στο Σικάγο, η πολιτεία όρισε την APA να αναπτύξει μια διαδικασία εξέτασης στην Ψυχοφαραμκολογία για ψυχολόγους και ότι σήμερα (όπως εγώ το παρακολουθώ) υπάρχει νομοθεσία για το δικαίωμα συνταγογράφησης είτε εκκρεμεί προς ψήφιση σε επτά πολιτείες: Καλιφόρνια, Φλώριδα, Γεωργία, Χαβάη, Λουιζιάνα, Μισσούρι, New Mexico και Tennessee με πέντε άλλες που προγραμματίζουν για το εγγύς μέλλον.
Θα μου πει κανείς με τι κάθομαι και ασχολούμαι. Εδώ μια νηπιαγωγός (τις σέβομαι και δεν έχω τίποτα εναντίων τους, απλώς η τελεαστέρας νηπιαγωγός με ενοχλεί γιατί παρουσιάζεται ως Ψυχολόγος και παίρνει και 150 Ευρώ την επίσκεψη) μπορεί να έρθει και αν ανοίξει γραφείο δίπλα μου να γράψει «Ψυχολόγος» στην ταμπέλα της και να κοτσάρει και κανένα» Κλινική» και σχεδόν τίποτα δεν μπορώ να της κάνω, με τα φάρμακα ασχολούμαι ?
Όπως έχω αναφέρει και σε άλλο σχόλιο δεν είμαι καθόλου αρνητικός απέναντι στα φάρμακα και το αιτιολόγησα. Κρίμα που οι φαρμακευτικές εταιρίες δεν ασχολούνται καθόλου με τους ψυχολόγους στη Ελλάδα. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι όταν ενημερωθούν θα αποκτήσουν μια πιο ρεαλιστική άποψη.
Burns, S. M., DeLeon, P. H., Chemtob, C. M., Welch, B. L., & Samuels, R. M. (1988). 'Psychotropic medication: A new technique for psychology?' Psychotherapy: Theory, Research, Practice, and Training, 25, p. 508?515.
DeLeon PH, Folen RA, Jennings FL, Willis DJ, & Wright RH (1991). The case for prescription privileges: A logical evolution of professional practice. Journal of Clinical Child Psychology, 20:254-267.
DeLeon, P. H., Fox, R. E., & Graham, S. R. (1991). 'Prescription privileges: Psychology?s next frontier' American Psychologist, 46, p. 384-393.
DeLeon, P. H., & Wiggins, J. G. (1996). 'Prescription privileges for psychologists' American Psychologist, 51(3), p. 225-229.
Fox, R. E. (1988). 'Prescription privileges: Their implication for the practice of psychotherapy' Psychotherapy, 25, p. 501-507.
Fox, Ρ., & Sammons, Μ (1998). A history of prescription privileges. American Psychologist, 29 ,9, p.-2-14.
Lavoie KL, & Fleet RP. (2002). Should Psychologists Be Granted Prescription Privileges? A Review of the Prescription Privilege Debate for Psychiatrists. Canadian Journal of Psychiatry 2002;47(5):443-449.
Lakhan, & Shaheen E (2007) Prescribing Privileges for Psychologists: A Public Service or Hazard? OJHAS Vol 6 Issue 1(1).
Sammons, M. T. (1994). 'Prescription privileges and psychology: A reply to Adams and Bieliauskas' Journal of Clinical Psychology in Medical Settings, 1(3), p. 199-207.